Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Κριμαία ως τέλος εποχής


Του Μάριου Ευρυβιάδη

  Τα γεγονότα στην Ουκρανία και την Κριμαία σηματοδοτούν το τέλος μίας ακόμη εποχής. Σηματοδοτούν το τέλος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου που άρχισε τυπικά με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, τον Δεκέμβριο του 1991 και η οποία χαρακτηρίσθηκε με τη πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές σύστημα. Η πρωτοκαθεδρία αυτή εκφράσθηκε ιδεολογικά με την επιβολή του νεοφιλελευθερισμού και στρατιωτικά με τον αμερικανικό παρεμβατισμό στην Ευρώπη, την Μέση Ανατολή την Αφρική και στην Ασία.

  Ο Νεοφιλελευθερισμός, εκφραζόμενος και ως παγκοσμιοποίηση, υπέστη σοβαρά πλήγματα με τις οικονομικές κρίσεις του 1997 και του 2008. Κατόρθωσε ωστόσο να επιβιώσει και να χαρακτηρίζει ακόμη την οικονομική τάξη πραγμάτων. Αντίθετα, ο αμερικανικός παρεμβατισμός αφού σημείωσε εντυπωσιακές επιτυχίες στη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη, μέσω ουσιαστικά της διεύρυνσης του Ν.Α.Τ.Ο. στις περιοχές αυτές, άρχισε να καταγράφει στοιχεία αναποτελεσματικότητας και κοπώσεως. Τα πρώτα δείγματα γραφής, εμφανίσθηκαν με τις μακρόχρονες πολεμικές εμπλοκές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Η ανάσχεση του αμερικανικού παρεμβατισμού, άρχισε με τη πολεμική κρίση στη Γεωργία το 2008, την αδυναμία της Ουάσινγκτον το ίδιο έτος, να προωθήσει την ένταξη της Ουκρανίας στο Ν.Α.Τ.Ο., συνεχίστηκε με την αποτυχία ανατροπής του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία και κλιμακώθηκε με την Ουκρανική κρίση και την αδυναμία ουσιαστικής αμερικανικής αντίδρασης με τα γεγονότα της Κριμαίας.



  Η μεταψυχροπολεμική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, υπήρξε εντυπωσιακή αλλά είχε εγγενείς αδυναμίες διότι αντιστρατεύετο τα δομικά χαρακτηριστικά του διακρατικού συστήματος. Υπήρξε εντυπωσιακή, πρωτίστως διότι προέκυψε από την κατάρρευση του αντίπαλου δέους, αυτού της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς να είχε προηγηθεί πολεμική σύγκρουση. Στη σύγχρονη εποχή, δεν υπάρχει προηγούμενο αλλαγής στο διεθνές σύστημα χωρίς πόλεμο. Από το 1648, όταν δημιουργήθηκε το σύγχρονο διακρατικό σύστημα, κάθε αλλαγή του, προέκυπτε από βίαιες πολεμικές συγκρούσεις. Οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι, που αμφισβήτησαν την αντι-ηγεμονική δομή του Βεστφαλιανού συστήματος, οδήγησαν στην ήττα της επαναστατικής Γαλλίας και επανέφεραν τη βεστφαλιανή αντι-ηγεμονική τάξη πραγμάτων. Η απόπειρα της Γερμανίας να ηγεμονεύσει του συστήματος, δημιούργησε αντισυσπειρώσεις που κατέληξαν στις καταστροφικές γερμανικές ήττες του Α’ και Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Σε όλες τις περιπτώσεις, μεγάλα συνέδρια ειρήνης δημιουργούσαν μια νέα τάξη πραγμάτων της οποίας χαρακτηριστικό γνώρισμα  υπήρξε ο αντιηγεμονισμός.

  Η ροπή του συστήματος προς εξισορρόπηση μπορεί να διήρκησε περίπου 25 χρόνια. Ίσως να διαρκούσε περισσότερο, εάν διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις επιδείκνυαν την αντίστοιχη διπλωματική δεινότητα που χαρακτήρισε τη διαχείριση της κρίσιμης περιόδου 1989-1991 από τον πρόεδρο Μπους (1988-1992). Αντίθετα, από το 1993 και μετά, μέχρι τη πρόσφατη κρίση στην Ουκρανία, ακολουθήθηκε μια ριψοκίνδυνα τυχοδιωκτική πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Μόσχας. Τότε, το 1989-1991 ανελήφθησαν μια σειρά από πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις έναντι της Σοβιετικής Ένωσης και αργότερα Ρωσίας ώστε η Μόσχα να συναινέσει στο μείζον ζήτημα, που ήταν η ενοποίηση της Γερμανίας. Από τις δεσμεύσεις αυτές, η πιο σημαντική ήταν αυτή της μη διεύρυνσης του Ν.Α.Τ.Ο. προς ανατολάς. Η δέσμευση αυτή καταστρατηγήθηκε και μάλιστα με περισσή αλαζονεία. Άρχισε με τη στρατιωτικοποίηση της περιοχής της πρώην ανατολικής Γερμανίας και συνεχίστηκε με την ένταξη στο Ν.Α.Τ.Ο. των κρατών της κεντρικής Ευρώπης καθώς επίσης και αυτών της Βαλτικής.

  Σε κάθε στάδιο, η Μόσχα εξέφραζε τη δυσαρέσκεια της. Ωστόσο, η δεινή οικονομική και πολιτική της κατάσταση δεν της επέτρεπε να αποτρέψει τις εξελίξεις. Η αντίστροφη μέτρηση, άρχισε με τις προσπάθειες ένταξης στο Ν.Α.Τ.Ο. της Γεωργίας και Ουκρανίας στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Τότε όμως η Ρωσία είχε ανακάμψει οικονομικά και πολιτικά και ήταν σε θέση να αντιδράσει. Και αντέδρασε δυναμικά εναντίον του τυχοδιωκτισμού της Γεωργίας που προκλήθηκε από τις πολεμικές ενέργειες της χώρας αυτής στον πόλεμο του 2008. Από την τότε αντίδραση της Μόσχας, μόνο η Γερμανία πήρε το σωστό μήνυμα. Διότι ήταν η Γερμανία η οποία απαίτησε να βγεί εκτός Νατοϊκής ημερήσιας διάταξης η όποια συζήτηση για μελλοντική ένταξη της Ουκρανίας στο Ν.Α.Τ.Ο.

  Ίσως η πρόσφατη κρίση στην Ουκρανία να είχε τη δική της αυτόνομη δυναμική και να έπαιρνε τελικά την συγκρουσιακή μορφή που πήρε. Στη διεθνή πολιτική ωστόσο, υπάρχει αλληλουχία γεγονότων. Η δική μου εκτίμηση είναι, ότι η παρούσα κρίση στην Ουκρανία πήρε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή, ως αντίδραση στην αποτυχία της Ουάσινγκτον να ποδηγετήσει τα πράγματα στο μέτωπο Συρίας-Ιράν. Η στάση και στρατηγική της Μόσχας στη στρατηγικών διαστάσεων σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, θεωρήθηκε ως ο κύριος λόγος για την αποτυχία ανατροπής του συριακού καθεστώτος και σε βάθος του ιρανικού. Και η Ουάσινγκτον κτύπησε την Μόσχα στο  μαλακό της υπογάστριο, την Ουκρανία. Και επειδή πλέον το παιγνίδι έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η Μόσχα υπερ-αντέδρασε. Και υπερ-αντιδρώντας αποκάλυψε την μπλόφα της Ουάσινγκτον και ουσιαστικά την αδυναμία της να συνεχίζει να λειτουργεί ως μονοπολική δύναμη που διαμορφώνει το σύστημα, ώστε οι άλλοι να προσαρμόζονται στα δεδομένα της αμερικανικής ισχύος. Τώρα είναι η Ουάσινγκτον που πρέπει να κάνει τις απαιτούμενες προσαρμογές που συστημικά σηματοδοτούν και το τέλος της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας.

  Είναι προφανές ότι το εκκρεμές του Βεστφαλιανού συστήματος οδεύει προς εξισορρόπηση. Ας ελπίσουμε να πρυτανεύσει η σύνεση και η σωφροσύνη στις καγκελλαρίες ισχύος, ώστε η εξισορρόπηση να συντελεσθεί με το λιγότερο δυνατό κόστος για τους άμεσα εμπλεκόμενους και προς χάριν της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Πηγή: mignatiou.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου